''Διεθνής εμπειρία και Ελληνική πραγματικότητα για την υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων για τα άτομα με αναπηρία''

Κατερίνα Νομίδου – Δικηγόρος

wordland@otenet.gr

Μέλος οικογένειας και Αντιπρόεδρος του μικτού Συλλόγου ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας και οικογενειών ΣΟΦΨΥ Ν.ΣΕΡΡΩΝ

Διεθνές Δίπλωμα Δικαίου Ψυχικής Υγείας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ILS Law College, Pune, Ινδία σε συνεργασία με τον WHO, Γενεύη)

Κύκλος σπουδών Ηγεσίας για την ανάρρωση και την αποκατάσταση (Κέντρο Ψυχιατρικής αποκατάστασης, Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, ΗΠΑ)

Η υποβάθμιση των ατόμων με ψυχοκοινωνικές αναπηρίες

Φανταστείτε πώς θα ήταν αν κάποιος άλλος αποφάσιζε για λογαριασμό σας. Θα μπορούσε να σας απομακρύνει από το σπίτι σας, να σας κρατάει κλειδωμένο, να μην σας ακούει, να σας δίνει φάρμακα, να σας απομακρύνει από την εργασία σας και να σας απαγορεύει να ζείτε τη ζωή σας με το σώμα και το πνεύμα σας όπως αυτά είναι. ΘΑ ΘΕΛΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΣΥΜΒΕΙ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ; Δεν θα είχατε την αίσθηση ότι χάσατε την αξιοπρέπειά σας και ότι θέλετε να την διεκδικήσετε πίσω?

Έτσι ξεκινάει το σημείωμα-ερωτηματολόγιο της Anna Nilsson για το γραφείο του Επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με το δικαίωμα στη δικαιοπρακτική ικανότητα των ατόμων με νοητικές και/ή ψυχοκοινωνικές αναπηρίες. Όπως τα άτομα με άλλες αναπηρίες, τα άτομα με νοητικές και/ή ψυχοκοινωνικές αναπηρίες αντιμετωπίζουν την υποβάθμιση, το στίγμα και τις διακρίσεις.

Αντίθετα με τα άτομα με άλλες αναπηρίες, τα άτομα με νοητικές και/ή ψυχοκοινωνικές δυσκολίες περιορίζονται παρά τη θέλησή τους σε ιδρύματα και αποστερούνται την ελευθερία τους, την αξιοπρέπειά τους και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Οι τυχεροί που ζούνε εκτός ιδρυμάτων συχνά αντιμετωπίζουν τη φυλακή του κοινωνικού αποκλεισμού, μερικές φορές και από τις ίδιες τους τις οικογένειες.

Ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης που εισήχθη με τον Ν.2447/1996 και δημιουργήθηκε για την ”προστασία” του συμπαραστατούμενου, παρουσιάζει προβλήματα στην εφαρμογή εξαιτίας της μη πλήρους ή/και ορθής λειτουργίας των προβλεπόμενων από το νόμο κοινωνικών υπηρεσιών και των εποπτικών συμβουλίων. Όπως δηλαδή συνέβη και με τον Ν.2071/1992 για την ακούσια νοσηλεία, ενώ ο νόμος περιλαμβάνει θετικότερες ρυθμίσεις σε σχέση με το παρελθόν, στην ουσία ακυρώνεται στην πράξη. Και στους δύο παραπάνω νόμους παρατηρείται ότι κατά κόρον η διάγνωση ισούται με λειτουργική ανικανότητα και ότι η λειτουργική ανικανότητα ισούται με δικαιοπρακτική ανικανότητα.

Η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων τους

Οι ”κατάλληλοι” συμπαραστάτες επιλέγονται βιαστικά, το δικαστήριο εκδικάζει τις υποθέσεις διεκπεραιωτικά, οι κοινωνικές υπηρεσίες και ο ελεγκτικός μηχανισμός υπολειτουργούν, σπανίως υποβάλλονται προσφυγές για ακύρωση διορισμού συμπαραστατών αν αυτοί δεν ικανοποιούν τις ανάγκες των συμπαραστατούμενων, η άρση της υποβολής ενός προσώπου σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης είναι σπάνια καθώς η άρση του δικαιώματος ικανότητας προς δικαιοπραξία είναι σχεδόν πάντα μόνιμη και δεν είναι λίγες οι φορές που η δικαστική συμπαράσταση από λειτούργημα μετατρέπεται σε κερδοφόρο επάγγελμα.

Δηλαδή, ενώ θεωρητικά τα άτομα με νοητικές και/ή ψυχοκοινωνικές δυσκολίες θεωρούνται από το νόμο όχι ως αντικείμενα προστασίας αλλά ως ισότιμα με τους άλλους υποκείμενα και φορείς δικαιωμάτων, στην πραγματικότητα δεν έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και δέχονται παράφορη παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η στέρηση από αυτά της δικαιοπρακτικής ικανότητας συνεπάγεται και στέρηση του δικαιώματος στην προσωπικότητα και στην ικανότητα να είναι κάποιος υποκείμενο δικαίου.

Και το χειρότερο είναι ότι η κήρυξή τους σε ανικανότητα γίνεται πίσω από την πλάτη τους, χωρίς να παρίστανται και χωρίς να ακούγονται κατά τη δίκη στην οποία αμφισβητείται, κρίνεται και αποστερείται ”η ίδια η ανθρώπινή τους υπόσταση”. Δικαίωμα χωρίς δυνατότητα προσφυγής δεν είναι δικαίωμα ή μάλλον δικαίωμα χωρίς δυνατότητα προσφυγής είναι πρόσχημα και πρόφαση. Δίνει την εντύπωση δικαιώματος χωρίς καμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι το δικαίωμα θα εκπληρωθεί και αυτή η εκπλήρωση αναφέρεται στη νόμιμη δικαστική ακρόαση κατά την οποία θα εκτιμηθεί η εκπλήρωση του δικαιώματος.

Η σύμβαση CRPD

Το άρθρο 1 της σύμβασης CRPD αναφέρει ότι ”σκοπός της σύμβασης είναι η προαγωγή, προστασία και διασφάλιση της πλήρους και ισότιμης απόλαυσης όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών από όλα τα άτομα με αναπηρίες….”. Ο σκοπός αυτός πρέπει να προάγεται από όλες τις διατάξεις τις σύμβασης, περιλαμβανομένου και του άρθρου 12 για την δικαιοπρακτική ικανότητα το οποίο πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό της σύμβασης που τίθεται στο άρθρο 1.

Το άρθρο 12 που είναι η καρδιά και το πιο επαναστατικό άρθρο της σύμβασης CRPD, αντικαθιστά το δυαδικό μοντέλο ικανότητα-ανικανότητα με το μοντέλο που στηρίζεται στην ισότητα και επαναβεβαιώνει το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες (ΑμεΑ) σε ισότιμη αναγνώριση ενώπιον του νόμου εφαρμόζοντάς το όμως στις ιδιαίτερες περιστάσεις που αντιμετωπίζουν τα ΑμεΑ. Η αναγνώριση της δικαιοπρακτικής ικανότητας σε ίση βάση με τους άλλους θα πρέπει να οδηγήσει στην κατάργηση των νομικών καθεστώτων που εξισώνουν την αναπηρία (που προκύπτει από την ιατρική γνωμάτευση) με τη νομική ανικανότητα (που ανεξέλεγκτα κηρύσσει το δικαστήριο βάσει της ιατρικής γνωμάτευσης).

Στο δικαίωμα αυτό συνυπάρχουν δύο διαστάσεις: η νομική προσωπικότητα και η νομική ικανότητα. Η νομική προσωπικότητα είναι το νομικό καθεστώς ενός ατόμου επειδή απλά είναι άνθρωπος και επειδή ως άνθρωπος έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις (δηλαδή η νομική προσωπικότητα αποκτάται επειδή κάποιος είναι άνθρωπος). Η νομική ικανότητα είναι η ικανότητα άσκησης αυτών των δικαιωμάτων και ανάληψης των υποχρεώσεων (τη νομική ικανότητα την παρέχει το κράτος). Εξάλλου, η τεχνική νομική έννοια του ”ατόμου” είναι: ”υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων”.

Η σημασία της δικαιοπρακτικής ικανότητας

Χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα δεν είμαστε ”άτομα” στα μάτια του νόμου και οι αποφάσεις μας δεν έχουν καμία απολύτως νομική ισχύ. Η συγχώνευση μιας προσωπικότητας στην προσωπικότητα κάποιου άλλου έχει περιγραφεί ως ”αστικός ή πολιτικός θάνατος”. Στο παρελθόν οι γυναίκες ήταν αυτές που αντιμετώπιζαν τον αστικό θάνατο, ενώ σήμερα ο αστικός θάνατος αποτελεί μια πραγματικότητα και για τα άτομα με νοητικές και/ή ψυχοκοινωνικές δυσκολίες που τίθενται σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης.

Στο ίδιο πνεύμα με την CRPD κινείται και ο Ύπατος Αρμοστής των ΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα με την δήλωσή του: ”η έννοια της δικαιοπρακτικής ικανότητας λογικά προϋποθέτει την ικανότητα του να είναι κάποιος φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ΑΛΛΑ και συνεπάγεται την ικανότητα να ασκεί αυτά τα δικαιώματα ΚΑΙ να αναλαμβάνει υποχρεώσεις που συνεπάγεται η συμπεριφορά του” και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία ομόφωνα υιοθέτησε το 2009 το υπ’αρ.1642 ψήφισμα με το οποίο καλούσε ”τα κράτη να διασφαλίσουν ότι τα άτομα με αναπηρίες και διατηρούν και ασκούν τη δικαιοπρακτική τους ικανότητα σε ίση βάση με τους άλλους” εξασφαλίζοντας ότι το δικαίωμά τους να αποφασίζουν δεν περιορίζεται ούτε υποκαθίσταται από άλλους, ότι τα μέτρα που τα αφορούν είναι εξατομικευμένα ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους και ότι κατά τη λήψη αποφάσεών τους δύνανται να λάβουν υποστήριξη”.

Η δικαιοπρακτική ικανότητα είναι ένας τύπος νομικής αναγνώρισης βάσει της οποίας όλοι οι άνθρωποι μπορούν να αποφασίζουν για τις ζωές τους. Σε πολλές χώρες του κόσμου τα άτομα με νοητικές και ψυχοκοινωνικές αναπηρίες συχνά θεωρούνται ανίκανα για όλες τις δικαιοπραξίες και τίθενται σε δικαστική συμπαράσταση, πράγμα που σημαίνει ότι τους επιβάλλεται περιορισμός ή αποστέρηση πολλών εκ των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το σύνολο των ευρωπαϊκών συστημάτων που ρυθμίζουν την δικαιοπρακτική ικανότητα (περιλαμβανομένου και του ελληνικού) είναι ετεροχρονισμένα και χρειάζονται επειγόντως νομοθετικές μεταρρυθμίσεις.

Το άρθρο 12 αποτελεί την ”παραδειγματική αλλαγή” στον εννοιολογικό προσδιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας. Το άρθρο 12 απαιτεί την αναγνώριση της αρχής ότι τα άτομα με αναπηρίες (περιλαμβανομένων και των ατόμων με νοητικές και ψυχοκοινωνικές αναπηρίες άρθρο 1(2) απολαμβάνουν ικανότητα προς δικαιοπραξία σε ίση βάση με τους άλλους, σε όλες τις πτυχές της ζωής 12(2). Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη δεν πρέπει να αρνούνται την ικανότητα προς δικαιοπραξία ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΘΕΤΑ πρέπει να παρέχουν στα ΑμεΑ πρόσβαση στην υποστήριξη την οποία πιθανώς να χρειάζονται για την άσκηση της ικανότητας προς δικαιοπραξία 12(3).

Το φιλοσοφικό πλαίσιο της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων

Ο καθένας μας χρειάζεται υποστήριξη από τους άλλους στη λήψη σημαντικών ή και λιγότερο σημαντικών αποφάσεων σε διάφορους τομείς της ζωής μας. Είναι κάτι που είναι προφανές. Όλοι μας χρειαζόμαστε τη γνώση και την τεχνογνωσία ανθρώπων γύρω μας επειδή δεν έχουμε όλα τα ταλέντα και όλες τις ικανότητες που απαιτούνται για όλες τις αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε. Για παράδειγμα, αν θέλω να αγοράσω ένα αυτοκίνητο θα ρωτήσω τον πωλητή για τα μηχανολογικά, τον τεχνικό μηχανολόγο για τα αποτελέσματα των crash-tests, την οικογένεια και τους φίλους μου για τη μάρκα και το χρώμα, το σύντροφό μου για τη λειτουργικότητα, τον οικονομικό μου σύμβουλο για το κόστος και τις δυνατότητες αποπληρωμής. Θα τους ρωτήσω μεν αλλά διατηρώ το δικαίωμα να δεχτώ ή να απορρίψω τις συμβουλές τους.

Πίσω απ’ αυτό το είδος εμπιστοσύνης και υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων υπάρχει μια σημαντική αρχή: η αρχή ότι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να παίρνουν ρίσκα και αποφάσεις που ενδέχεται να αποδειχθούν λανθασμένες, ή για τις οποίες να μετανιώσουν αργότερα. Ο τύπος και η έκταση της βοήθειας που όλοι χρειαζόμαστε όταν πρόκειται να πάρουμε αποφάσεις και να προβούμε σε επιλογές μπορεί να διαφέρουν, στην πραγματικότητα όμως όλοι μας κάνουμε επιλογές και παίρνουμε αποφάσεις βάσει του μοντέλου της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων.

Το εγχειρίδιο των ΗΕ για την CRPD αναφέρει ότι:

η υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων μπορεί να έχει διάφορες μορφές. Αυτοί που υποστηρίζουν ένα άτομο μπορεί να μεταφέρουν σε άλλους τις προθέσεις του Ή να το βοηθούν να κατανοήσει τις διάφορες εναλλακτικές επιλογές. Μπορεί να βοηθούν τους άλλους να συνειδητοποιήσουν ότι ένα άτομο με σοβαρή αναπηρία είναι ένα άτομο που έχει μια ιστορία, ενδιαφέροντα και σκοπούς στη ζωή του και ότι είναι κάποιος που μπορεί να ασκήσει τη δικαιοπρακτική του ικανότητα.

Η έννοια της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων του άρθρου 12 έχει δύο συνιστώσες:

Η αυτόνομη και η υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων δεν είναι αντιφατικές, αντίθετα μπορούν να χρησιμοποιηθούν αλληλεπιδραστικά. Εξάλλου η αλληλεξάρτηση μεταξύ των ανθρώπων είναι που διαμορφώνει τις αποφάσεις των περισσότερων ανθρώπων.

Οι αρχές της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων

Το άρθρο 12 της CRPD απαιτεί τα συστήματα επιτροπείας-συμπαράστασης να αντικατασταθούν από συστήματα εναλλακτικά, περιλαμβανομένων και των μεθόδων υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων. Η υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων υποστηρίζεται από το κοινωνικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας με γνώμονα τα πολιτικά δικαιώματα, σύμφωνα με το οποίο ”το πρόβλημα” δεν βρίσκεται στο άτομο με αναπηρία αλλά στις κοινωνίες που δημιουργούν διάφορα εμπόδια που εμποδίζουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους.

Ενώ στο σύστημα επιτροπείας-συμπαράστασης η δικαιοπρακτική ικανότητα ενός ενηλίκου περιορίζεται ή αφαιρείται, στην υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων το άτομο διατηρεί τη δικαιοπρακτική του ικανότητα. Στο σύστημα επιτροπείας-συμπαράστασης η λήψη αποφάσεων γίνεται από τον συμπαραστάτη για λογαριασμό του ενήλικα με αναπηρίες και ”για το υπέρτερο συμφέρον του” όπως συνηθίζεται να αναφέρεται. Υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων σημαίνει ότι το ίδιο το άτομο λαμβάνει αποφάσεις. Αντί να παίρνουν αποφάσεις εν’ ονόματί του, οι υποστηρικτές υποστηρίζουν το άτομο να λάβει και να επικοινωνήσει τις αποφάσεις του.

Ενώ το σύστημα επιτροπείας-συμπαράστασης βασίζεται σε μια σχέση πατερναλιστικής υπόταξης στηριζόμενης σε επιζήμια στερεότυπα όπου οι συμπαραστάτες ”γνωρίζουν τι είναι καλό” για τον συμπαραστατούμενο, η βασική αρχή της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων είναι μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ατόμου με αναπηρία και των υποστηρικτών του. Στα συστήματα επιτροπείας-συμπαράστασης, οι συμπαραστάτες ορίζονται από το δικαστήριο. Η υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων βασίζεται στην ελεύθερη συμφωνία μεταξύ του ατόμου με αναπηρία και των υποστηρικτών του. Με άλλα λόγια, η υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων αποτελείται από μια εθελούσια σχέση μεταξύ του ατόμου και των υποστηρικτών του.

Στα συστήματα επιτροπείας-συμπαράστασης ένα άτομο συνήθως έχει έναν ή δύο συμπαραστάτες, ενώ στα συστήματα υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων μπορεί να υπάρχει μια ευρύτερη ομάδα υποστήριξης. Ο ρόλος του συμπαραστάτη είναι να λειτουργεί για λογαριασμό του ατόμου. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο συμπαραστάτης Επ’ουδενί δεν μπορεί να διασφαλισθεί όμως ότι οι αποφάσεις του συμπαραστάτη συμπίπτουν με τις επιθυμίες του συμπαραστατούμενου. Στην υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων, ο ρόλος των υποστηρικτών είναι να διευκολύνουν το άτομο να πάρει τις αποφάσεις του και να δώσει τη συναίνεσή του μετά από ενημέρωση. Οι υποστηρικτές βοηθούν το άτομο να επικοινωνήσει τις προθέσεις του στους άλλους και να καταλάβει τις επιλογές που έχει. Είναι διαμεσολαβητές στη διαδικασία υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων του ατόμου. Ως τέτοιοι οφείλουν να σέβονται τις επιθυμίες, τις προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντα του ατόμου.

Οι υποστηρικτές στην υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων προέρχονται από τον κύκλο των ανθρώπων που το ΑμεΑ αγαπά, συμπαθεί ή γνωρίζει και δεν διορίζονται όπως ο συμπαραστάτης αλλά επιλέγονται ελεύθερα από το άτομο που τους χρειάζεται.

Εγγυήσεις στο σύστημα υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων

Για να εξασφαλιστεί ότι η υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων θα εφαρμοστεί σωστά και αποτελεσματικά, θα πρέπει να παρασχεθούν εγγυήσεις που θα αποτρέψουν τυχόν σωματικές, ψυχολογικές ή οικονομικές προσβολές καθώς και καταστρατηγήσεις και αμέλειες. Οι εν λόγω εγγυήσεις δεν θα πρέπει να υπερπροστατεύουν τα άτομα με αναπηρία ΑΛΛΑ να σέβονται την αξιοπρέπεια, την αυτονομία (περιλαμβανομένης και της ελευθερίας επιλογών) και την ανεξαρτησία των ατόμων με αναπηρία, όπως απαιτείται από το άρθρο 4(α) που αποτελεί γενική αρχή της CRPD.

Για τις εν λόγω εγγυήσεις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη συνδυαστικά τα άρθρα 12(4), 13 και 16 της CRPD:

Η παράγραφος 12(4) αναφέρεται σε διασφαλίσεις που:

Διασφαλίζουν ότι τα ''μέτρα'' (περιλαμβανομένης της υποστήριξης) που σχετίζονται με την άσκηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας:

1) Σέβονται τα δικαιώματα, τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις του ατόμου

2) Δεν υπόκεινται σε σύγκρουση συμφερόντων και σε ανάρμοστη επιρροή

3) Είναι ανάλογα και προσαρμοσμένα στις ανάγκες του ατόμου

4) Εφαρμόζονται για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα

5) Υπόκεινται σε τακτική επιθεώρηση από μια αρμόδια, ανεξάρτητη και αμερόληπτη αρχή ή δικαστικό όργανο και

6) Είναι ανάλογες με το βαθμό κατά τον οποίο τα μέτρα επηρεάζουν τα δικαιώματα και τα ενδιαφέροντα του ατόμου.

Η εντατική υποστήριξη των ΑμεΑ

Τα άτομα με αναπηρίες, όπως εξάλλου και τα άτομα δίχως αναπηρίες, δεν αποτελούν ομογενοποιημένη ομάδα ατόμων. Ο καθένας είναι διαφορετικός, έχει ωστόσο κάποια δικαιώματα. Το προοίμιο της CRPD αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα των ατόμων με αναπηρίες (Πρ.(θ) και τονίζει την ανάγκη για την προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των ΑμεΑ, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που χρειάζονται εντατική υποστήριξη (Πρ.(ι).

Η αναπηρία είναι μια εξελισσόμενη έννοια και απορρέει από την αλληλεπίδραση μεταξύ ατόμων με βλάβη και διαταραχές συμπεριφοράς και εμπόδια που προέρχονται από το περιβάλλον τους, που δυσχεραίνουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή τους στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους (Πρ.(ε). Συγχρόνως, είναι προφανές ότι τα ΑμεΑ χρειάζονται διαφορετικούς τύπους και διαφορετικό βαθμό υποστήριξης και κατά συνέπεια η όποια υποστήριξη πρέπει να ανταποκρίνεται στις διαφορετικές συνθήκες που αντιμετωπίζει το κάθε άτομο. Οποιοσδήποτε τύπος υποστήριξης και να χρειαστεί, τα δικαιώματα, οι επιθυμίες και οι προτιμήσεις του υποστηριζόμενου θα πρέπει να προστατεύονται.

Ένα ΑμεΑ ενδέχεται να χρειάζεται τον ίδιο τύπο υποστήριξης για τις αποφάσεις της καθημερινής ζωής, όπως για το τι θα φάει, πού θα περάσει το σαββατοκύριακο και τι θα φορέσει ή διαφορετικό τύπο υποστήριξης λόγω της φύσης της ίδιας της επιλογής, όπως για παράδειγμα όταν πρόκειται για σοβαρά θέματα υγείας. Και στις δύο περιπτώσεις, η υποστήριξη θα πρέπει να εφαρμόζεται για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα ΑμεΑ απαιτούν εξαιρετικά εντατική υποστήριξη θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα σχετικά με τη δικαιοπρακτική ικανότητα, η οποία θα πρέπει να υπόκειται σε τακτική επιθεώρηση από μια αρμόδια, ανεξάρτητη και αμερόληπτη αρχή ή δικαστικό όργανο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξαιρετικά εντατική υποστήριξη δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση υποκατάστατη λήψη αποφάσεων.

Το άρθρο 13 της CRPD περιλαμβάνει τις εγγυήσεις που είναι απαραίτητες για την αποκατάσταση κάθε είδους προσβολής και αμέλειας που σχετίζονται με τη διαδικασία της υποστηριζόμενης λήψης αποφάσεων. Το άρθρο 16 της CRPD περιγράφει τις απαραίτητες εγγυήσεις για την προστασία των ΑμεΑ από την εκμετάλλευση, τη βία και τις προσβολές σε πολλούς τομείς, περιλαμβανομένης και της τυχόν υποστήριξης για υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων. Το άρθρο 16 τονίζει όχι μόνο τη σημασία των κατάλληλων νομοθετικών, διοικητικών, κοινωνικών, εκπαιδευτικών και άλλων μέτρων προστασίας, ΑΛΛΑ και της αποτελεσματικής εποπτείας και προώθησης των υπηρεσιών αποκατάστασης.

Καλές Πρακτικές Υποστηριζόμενης Λήψης Αποφάσεων

Οι άνθρωποι μπορεί να υποστηρίζονται στη λήψη αποφάσεων με διαφορετικούς τρόπους και ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες του καθενός.

Υποστήριξη από άτομα με παρόμοιες εμπειρίες

Το τραύμα σχηματίζει και ενημερώνει τις αλληλεπιδράσεις μας με μας τους ίδιους και τους άλλους. Έχει βαθιά επίδραση στο σώμα, το μυαλό και το πνεύμα μας, συχνά οδηγεί σε απομόνωση, αποσύνδεση, μαθημένη ανικανότητα, ντροπή, οργή, μεμψιμοιρία και δυσμενείς συνθήκες, συμπεριλαμβανομένου και του εθισμού. Τα τραυματικά γεγονότα μπορεί να είναι συγκλονιστικά και τρομακτικά.

Τα γεγονότα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν τη βία μεταξύ των ανθρώπων, την κατάχρηση κάθε είδους, την παραμέληση, την ιδρυματοποίηση. Το τραύμα ενίοτε περιλαμβάνει την προδοσία από ένα έμπιστο πρόσωπο ή φορέα. Άτομα που έχουν βιώσει παρόμοιες τραυματικές καταστάσεις και τις έχουν ξεπεράσει ΕΙΝΑΙ σε θέση να καταλάβουν καλύτερα το άτομο με αναπηρίες και να το υποστηρίξουν. Και το ίδιο το άτομο όμως πιο εύκολα μπορεί να δεχτεί να ανοιχτεί σε κάποιον που το καταλαβαίνει καλύτερα λόγω του ότι είναι κοινωνοί της ίδιας εμπειρίας.

Το παράδειγμα της Σουηδίας - Προσωπικός Συνήγορος

Η Skane είναι η νοτιότερη επαρχία της Σουηδίας. Η επαρχία αυτή αναπτύξει έχει ένα σύστημα προσωπικού συνηγόρου. Οι περισσότεροι προσωπικοί συνήγοροι είναι εργαζόμενοι της PO-Skane, μιας ανεξάρτητης ΜΚΟ που λειτουργεί από ένα σύλλογο ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας (RSMH) και από ένα σύλλογο οικογενειών (IFS). Μόνο τοπικές ομάδες που ανήκουν στον RSMHκαι στον IFS μπορούν να είναι μέλη της PO-Skane. Η οργάνωση ελέγχεται 100% από λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας και οι προσωπικοί συνήγοροι εργάζονται σύμφωνα με τις οδηγίες των ατόμων με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες που ονομάζονται ”πελάτες”.

Το μοντέλο υποστήριξης του προσωπικού συνηγόρου αναπτύχθηκε κατόπιν αναγνώρισης ότι τα υπάρχοντα συστήματα δικαιοπρακτικής ικανότητας δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των περισσοτέρων από τα άτομα με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες που παραπέμπονται από τη μια υπηρεσία στην άλλη και δεν έχουν πρόσβαση στα δικαιώματά τους. Ξεκίνησε ως πιλοτικό πρόγραμμα με πολύ καλά αποτελέσματα: έγινε αποδεκτό από τους πελάτες, μείωσε τον αριθμό των νοσηλειών και εξοικονόμησε χρήματα τόσο για τα ίδια τα άτομα όσο και για το κράτος. Σήμερα υπάρχουν στη Σουηδία περίπου 300 προσωπικοί συνήγοροι που υποστηρίζουν γύρω στα 6000-7000 άτομα.

Οι προσωπικοί συνήγοροι είναι επαγγελματίες που εργάζονται 100% κατ’εντολή του πελάτη και για λογαριασμό του μόνο. Ένα ΝΑΙ του πελάτη είναι αρκετό για τον προσωπικό συνήγορο. Δεν έχει καμία δέσμευση απέναντι στις ιατρικές ή κοινωνικές υπηρεσίες και σε καμία άλλη αρχή ή πρόσωπο. Ενεργεί μόνο όταν ο πελάτης του το ζητήσει. Αυτός ο τύπος υποστήριξης απεδείχθη ιδιαίτερα επιτυχημένος στις περιπτώσεις ατόμων που θεωρούνται δύσκολα (πχ άτομα με σχιζοφρένεια, ψυχώσεις, άστεγους, ή ιδιαίτερα απομονωμένους)

Οι προσωπικοί συνήγοροι δεν εργάζονται από Δευτέρα έως Παρασκευή κατά τις ώρες γραφείου. Η εβδομάδα έχει εφτά ημέρες και με 24 ώρες την ημέρα, οι προσωπικοί συνήγοροι πρέπει να είναι έτοιμοι να εργαστούν σε μη-συμβατικά ωράρια. Όχι μόνο τα προβλήματα των πελατών τους δεν περιορίζονται στις ώρες γραφείου αλλά είναι και πιο εύκολο ή πιο κατάλληλο, οι συναντήσεις να γίνονται τα βράδια ή τα σαββατοκύριακα. Οι προσωπικοί συνήγοροι εργάζονται 40 ώρες την εβδομάδα, με ευέλικτο ωράριο ανάλογα με τις επιθυμίες των πελατών τους.

Οι προσωπικοί συνήγοροι δεν διατηρούν γραφείο γιατί το γραφείο είναι σημάδι εξουσίας. Εργάζονται από το σπίτι τους με τη βοήθεια ενός τηλεφώνου και του internet και συναντούν τους πελάτες τους στα σπίτια τους ή σε ουδέτερα σημεία της πόλης.

Οι προσωπικοί συνήγοροι εργάζονται κυρίως σύμφωνα με το ”μοντέλο σχέσης”. Δεδομένου ότι πολλοί πελάτες είναι καχύποπτοι, εχθρικοί ή δύσκολοι στο να τους συναντήσεις, είναι οι προσωπικοί συνήγοροι που πρέπει να βγουν έξω και να τους βρουν και να τους προσεγγίσουν με διαφόρους τρόπους: 1. κάνοντας επαφή, 2. αναπτύσσοντας επικοινωνία, 3. χτίζοντας μια σχέση, 4. ξεκινώντας έναν διάλογο, 5. λαμβάνοντας οδηγίες. Κάθε ένα από τα βήματα αυτά μπορεί να χρειαστεί πολύ χρόνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις η δημιουργία επαφής και μόνο μπορεί να πάρει μήνες.

Δεν υπάρχουν γραφειοκρατικές ή τυπικές διαδικασίες.

Οι προσωπικοί συνήγοροι θα πρέπει να είναι σε θέση να υποστηρίξουν τους πελάτες σε όλα τα θέματα. Συνήθως, οι προτεραιότητες των πελατών δεν είναι η κατοικία ή η απασχόληση αλλά υπαρξιακά θέματα (γιατί να ζω?, γιατί η ζωή μου είναι η ζωή ενός ψυχασθενούς?, υπάρχει ελπίδα κάτι ν’αλλάξει?). Οι προσωπικοί συνήγοροι πρέπει να είναι διατεθειμένοι να περάσουν πολύ χρόνο ακούγοντας και μιλώντας για τα θέματα αυτά.

Οι προσωπικοί συνήγοροι θα πρέπει να είναι ικανοί να προασπίσουν τα δικαιώματα των πελατών τους ενώπιον διοικητικών και δικαστικών αρχών. Όλοι οι προσωπικοί συνήγοροι της PO-Skane είναι κάτοχοι πανεπιστημιακού τίτλου. Πολλοί εξ’αυτών είναι εξειδικευμένοι κοινωνικοί λειτουργοί.

Ο πελάτης θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να διατηρήσει την ανωνυμία του στις αρχές. Εάν ένας πελάτης δεν επιθυμεί από τον προσωπικό του συνήγορο να διαδίδει ότι είναι προσωπικός συνήγορος, το δικαίωμα του αυτό πρέπει να γίνει σεβαστό. Η PO-Skane χρηματοδοτείται από την κοινότητα για τις υπηρεσίες που παρέχει αλλά το συμβόλαιο μεταξύ της ΜΚΟ και των προσωπικών συνηγόρων διευκρινίζει ότι οι προσωπικοί συνήγοροι μπορούν να αποκρύπτουν πληροφορίες, περιλαμβανομένων και των ονομάτων των πελατών τους.

Το παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου - υποστηρικτικά δίκτυα

Το υποστηρικτικό δίκτυο Circles Network είναι μια εθελοντική οργάνωση που δημιουργήθηκε το 1994. Στοχεύει στη δημιουργία κοινοτήτων χωρίς αποκλεισμούς στις οποίες μπορεί να ανήκει ο καθένας ανεξάρτητα από αναπηρίες, υπόβαθρο ή παιδεία και προσφέρει την κατάλληλη υποστήριξη σε νέους και ενήλικες με απώτερο σκοπό την ευεξία της κοινότητας.

Η ιδέα ενός κύκλου υποστήριξης αναπτύχθηκε στον Καναδά, πέρασε γρήγορα από τις ΗΠΑ και έφτασε στο Ηνωμένο Βασίλειο στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Μερικές φορές ονομάζεται και κύκλος φίλων. Πρόκειται για μια ομάδα ανθρώπων που συναντιούνται τακτικά για να βοηθήσουν κάποιον να πετύχει τους προσωπικούς του στόχους στη ζωή. Λειτουργεί σαν μια κοινότητα γύρω από ένα άτομο, το οποίο για κάποιο λόγο δεν μπορεί να πετύχει αυτό που θέλει στη ζωή του από μόνο του και αποφασίζει να ζητήσει βοήθεια. Το πρόσωπο αυτό είναι που αποφασίζει ποιόν θα καλέσει στον κύκλο καθώς και την κατεύθυνση που θα πάρει η συζήτηση, παρόλο που κάποιος από τον κύκλο ορίζεται ως υπεύθυνος για την καλή λειτουργία του κύκλου.

Τα μέλη του κύκλου, που μπορεί να περιλαμβάνουν μέλη της οικογένειας, φίλους ή άλλα μέλη της κοινότητας, δεν πληρώνονται. Εμπλέκονται επειδή ενδιαφέρονται για το πρόσωπο και επιθυμούν να του προσφέρουν την ενέργειά τους να ξεπεράσει τα εμπόδια που αντιμετωπίζει και να αυξήσει τις εναλλακτικές που έχει μπροστά του. Παρόλο που οι στόχοι του ατόμου είναι το κύριο στοιχείο που κινεί όλες τις ενέργειες του κύκλου, η σχέση δεν είναι απλά στόχος. Τα μέλη του κύκλου έχουν διαφορετικά χαρίσματα και ενδιαφέροντα και νέες ευκαιρίες και δυνατότητες μπορεί να προκύψουν. Για το λόγο αυτό, σημαντική λειτουργία του κύκλου είναι να μελετά συχνά το αρχικό πλάνο και να διασφαλίζει ότι συνεχίζει να υπάρχει προσήλωση στο στόχο που το πρόσωπο επιθυμεί να πετύχει.

Ο κύκλος δεν είναι μια υπηρεσία ή ένα εργαλείο που μπορεί να εφαρμοσθεί σε μια ομάδα ατόμων. Οι κύκλοι είναι η δυνατότητα να αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι ως άτομα που αισθάνονται ότι χρειάζονται στήριξη για να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους στα χέρια τους. Προσφέρουν εμψύχωση σε όλους τους συμμετέχοντες και αντίθετα με πολλά άλλα συστήματα, δεν ενισχύουν την εξάρτηση.

Το έργο των κύκλων βασίζεται στις αξίες της ενσωμάτωσης και μέσω της διευκόλυνσης δημιουργίας κύκλων υποστήριξης, κατέστη δυνατό να παρασχεθεί υποστήριξη σε πολλές εκατοντάδες ατόμων με αναπηρίες σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο.

Το παράδειγμα του Καναδά

Ο νόμος περί συμφωνίας εκπροσώπησης British Columbia’s Representation Act είναι ένα ακόμη παράδειγμα καλής πρακτικής και εκτιμάται ιδιαιτέρως από τις οργανώσεις που εκπροσωπούν άτομα με νοητικές αναπηρίες. Σκοπός αυτού του νόμου είναι η δημιουργία ενός μηχανισμού που επιτρέπει ενήλικα άτομα να ρυθμίζουν εκ των προτέρων πώς θα λαμβάνονται οι αποφάσεις όταν θα αντιμετωπίσουν καταστάσεις όπου η εθνική νομοθεσία δεν θα τους αναγνωρίζει την ικανότητα να λαμβάνουν νομικά ισχυρές αποφάσεις χωρίς υποστήριξη.

Ο νόμος προβλέπει ότι το άτομο θα μπορεί να συνάπτει συμφωνίες εκπροσώπησης εξουσιοδοτώντας άλλα άτομα που το ίδιο επιλέγει ελεύθερα, να το υποστηρίξουν ή να λάβουν αποφάσεις για λογαριασμό του σε ορισμένους τομείς της ζωής του (πχ διαχείριση χρημάτων, επιλογές σχετικά με την ιατρική φροντίδα, νομικές υπηρεσίες κλπ).

Πρόκειται περί προοδευτικών μηχανισμών υποστήριξης καθόσον το ίδιο το άτομο μπορεί να αποφασίσει για τον τύπο της υποστήριξης που επιθυμεί αλλά και τους τομείς στους οποίους θα χρειαστεί υποστήριξη. Ο νόμος είναι αξιοσημείωτος και επειδή αναγνωρίζει εκ προοιμίου δικαιοπρακτική ικανότητα και στα άτομα με νοητικές και/ή ψυχοκοινωνικές αναπηρίες. Επίσης, οι ενήλικοι που υπό το πρίσμα του συμβατικού ενοχικού δικαίου δεν θεωρούνται ικανοί να διαχειρισθούν τις οικονομικές τους υποθέσεις, έχουν μέσω αυτού του νόμου το δικαίωμα να συνάψουν συμφωνίες εκπροσώπησης, να τις τροποποιήσουν και να τις ανακαλέσουν.

Περαιτέρω, για να αποφασισθεί κατά πόσο κάποιος ενήλικος μπορεί να προβεί στη σύναψη τέτοιου είδους συμφωνιών, δεν θα υπάρχει κανένα test. Αντίθετα, θα δοθεί σημασία στο κατά πόσο το άτομο μπορεί να επικοινωνήσει την επιθυμία του να λάβει βοήθεια, να εκφράσει προτιμήσεις, να καταδείξει ότι συνάπτοντας τη συμφωνία εκπροσώπησης κατανοεί ότι ο εκπρόσωπος μπορεί να λάβει αποφάσεις για λογαριασμό του και στο εάν η σχέση του ατόμου με τον εκπρόσωπο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σχέση εμπιστοσύνης.

Αυτοπρόσωπη ή Εικονιζόμενη Συναίνεση;

Το ζήτημα της εικαζόμενης συναίνεσης προκύπτει στις περιπτώσεις ασθενών που για διαφόρους λόγους δεν μπορούν να συναινέσουν (πχ λόγω ηλικίας, ασθένειας κλπ). Στις περιπτώσεις αυτές η συναίνεση εικάζεται με κριτήριο τις ωφέλιμες συνέπειες για τον ασθενή. Η εικαζόμενη ή τεκμαιρόμενη συναίνεση δεν αποτελεί υποκατάστατο της αυτοπρόσωπης συναίνεσης ύστερα από πληροφόρηση, η οποία αποτελεί την βασική εγγύηση της αυτονομίας του προσώπου. Κι ενώ στο δίκαιο ”η σιωπή δεν σημαίνει συμφωνία”, δυστυχώς στην περίπτωση των ατόμων με αναπηρίες και δη των ατόμων με νοητικές και/ή ψυχοκοινωνικές δυσκολίες αυτή η βασική παραδοχή του δικαίου που θωρακίζει την αυτονομία δεν αποτελεί τον κανόνα αλλά προτείνεται ως εξαίρεση. Η συναίνεση που είναι το μόνο στοιχείο που μπορεί να εξισορροπήσει προφανείς κινδύνους για την αυτονομία του ατόμου μπορεί να διασφαλισθεί μέσω των παρακάτω καλών πρακτικών:

Προγενέστερες οδηγίες ή διαθήκες εν ζωή & ψυχιατρικές διαθήκες - advancedirectivesorlivingwills& psychiatricwills

Προς αποφυγή της ”εικαζόμενης συναίνεσης” σε ορισμένες χώρες θεσμοθετήθηκαν οι προγενέστερες οδηγίες ή ”διαθήκες εν ζωή” που αποτελούν ρητή διατύπωση της βούλησης του ικανού να εκφρασθεί για το πώς θέλει να τον μεταχειρισθούν σε περίπτωση που χάσει αυτήν την ικανότητα και αφορά κυρίως την αγωγή που θα πρέπει να υιοθετηθεί για την αντιμετώπιση μιας βαριάς ασθένειας, αγωγή που μπορεί να είναι δυσάρεστη ή επίπονη.

Στην «ψυχιατρική διαθήκη» ή «έκφραση ελεύθερης βούλησης σε περίπτωση ψυχιατρικής νοσηλείας» και πάλι προς αποφυγή της ”εικαζόμενης συναίνεσης” ο ενδιαφερόμενος καταγράφει επίσημα την ελεύθερα εκπεφρασμένη βούλησή του για το τι επιτρέπει και τι απαγορεύει να του συμβεί σε επίπεδο ψυχιατρικών παρεμβάσεων σε περίπτωση βίαιης ή εκούσιας προσαγωγής του σε ψυχιατρικούς χώρους. Ανάμεσα σε άλλα μπορεί να ορίσει εκεί το αν επιτρέπει να του χορηγηθούν και ποια φάρμακα, το πώς απαιτεί να αντιμετωπιστεί σε περίπτωση οξείας κρίσης, ποια πρόσωπα θα αποφασίζουν γι’ αυτόν σε περίπτωση που κριθεί ανίκανος να το πράξει ο ίδιος κ.α.

Η ιδέα της Ψυχιατρικής Διαθήκης γεννήθηκε το 1982 στην Αμερική από τον T.Szasz και εφαρμόζεται τα τελευταία 20 χρόνια στη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες από ενδιαφερόμενους που θέλουν να ορίσουν με μια νομική αξιοπιστία τους όρους επαφής τους με το ψυχιατρικό σύστημα. Στόχος της σύνταξης μιας ψυχιατρικής διαθήκης είναι η προστασία του ατόμου από παραβιάσεις των νόμιμων δικαιωμάτων του σε περίπτωση επαφής με την ψυχιατρική πραγματικότητα και η διευκόλυνση των θεραπόντων ιατρών στην επιλογή θεραπείας κατάλληλης για τις εξατομικευμένες ανάγκες των ασθενών τους.

Διαρκές πληρεξούσιο - endurable power of attorney

Ένα άτομο μπορεί, εξαιτίας κάποιας ασθένειας ή ενός ατυχήματος, να χάσει την ικανότητα να παίρνει αποφάσεις. Η απώλεια της νοητικής ικανότητας μπορεί επίσης να επιφέρει την ανικανότητα του ατόμου να εκφράσει τις επιθυμίες του σε κάποιον άλλο. Για να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν καλύτερα την μελλοντική εκπλήρωση των επιθυμιών του και πάλι προς αποφυγή της ”εικαζόμενης συναίνεσης”, πρέπει να αναθέτει νόμιμα σε κάποιον την λήψη αποφάσεων για λογαριασμό του σύμφωνα όμως με τις δικές του εντολές. Η εν λόγω νόμιμη διευθέτηση πρέπει να διατυπωθεί προτού χαθεί η νοητική ικανότητα του ατόμου. Αυτό το έγγραφο επιτρέπει στο άτομο να αναθέσει σε ένα φίλο, μέλος της οικογένειας ή άλλο έμπιστο άτομο τη λήψη οικονομικών αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης και της διευθέτηση περιουσιακών στοιχείων.

Άξονες για ένα νέο ελληνικό σύστημα για την υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι όταν πρόκειται για νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν μια περιθωριοποιημένη ομάδα της κοινωνίας όπως είναι τα άτομα με αναπηρίες, η μόνη κατευθυντήρια αρχή είναι ότι το νομοθέτημα θα πρέπει να ωφελεί την αποκλεισμένη ομάδα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και ποιός αποφασίζει γι’αυτό? Πρέπει να είναι τα ίδια τα άτομα που βιώνουν την εμπειρία της αναπηρίας, τα άτομα που είχαν την εμπειρία να ασχοληθούν με άτομα με αναπηρίες διαφόρων τύπων (περιλαμβανομένων και των ατόμων με αυξημένες ανάγκες υποστήριξης), η κοινωνία των πολιτών, οι ακαδημαϊκοί και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικών στον τομέα της αναπηρίας. Όπως πολύ σωστά είπε ο γνωστός για τον νομικό του ρεαλισμό Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Holmes ”η ζωή του νόμου δεν είναι η λογική, είναι η εμπειρία”.

Ο καλύτερος άξονας διαμόρφωσης ενός νέου ελληνικού συστήματος θα ήταν η υιοθέτηση μιας διττής προσέγγισης με γενικές διατάξεις για όλα τα άτομα με αναπηρίες και ειδικές διατάξεις για την ενίσχυση της δικαιοπρακτικής ικανότητας και άλλων δικαιωμάτων για τα άτομα με αυξημένες ανάγκες υποστήριξης. Για την εκπλήρωση της υποχρέωσης διευκόλυνσης της υποστήριξης για τα άτομα με αναπηρίες, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ρυθμίσουν νομοθετικά:

Επιπλέον βάσει της CRPD σύμφωνα οι κυβερνήσεις πρέπει άμεσα:

Να καταργήσουν :

1) Tην πλήρη δικαστική συμπαράσταση

2) Tην απεριόριστη χρονικά δικαστική συμπαράσταση

3) Kάθε μηχανισμό υποκατάστατης λήψης αποφάσεων που δεν ανταποκρίνεται στη βούληση του ατόμου με αναπηρία, είτε πρόκειται για μια μόνο απόφαση είτε για μακροχρόνια ρύθμιση

4) κάθε άλλο μηχανισμό υποκατάστατης λήψης αποφάσεων, εκτός κι αν το άτομο με αναπηρία δεν εναντιώνεται, και απαιτείται να δημιουργηθεί υποστηρικτικό πλαίσιο ώστε το άτομο να μπορεί να ασκήσει πλήρως τη δικαιοπρακτική του ικανότητα.

Nα καταργήσουν όλους τους νόμους που περιορίζουν τη δικαιοπρακτική ικανότητα με νόμους που αναγνωρίζουν το δικαίωμα του ατόμου να απολαμβάνει και να ασκεί τη δικαιοπρακτική του ικανότητα. Εκτός από την κατάργηση της υποκατάστατης λήψης αποφάσεων, πρέπει επίσης να καταργηθούν οι νομοθετικές διατάξεις που περιλαμβάνουν τις δηλώσεις ανικανότητας, τις απαγορεύσεις, την ακούσια νοσηλεία και θεραπεία, την ακούσια ”εναπόθεση” ατόμων σε μονάδες κοινωνικής φροντίδας (οι δύο τελευταίες θα πρέπει μάλιστα να εκλαμβάνονται πάντα ως στέρηση της ελευθερίας και να εμπίπτουν και στις διατάξεις του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ).

Nα καταργήσουν όλους τους νόμους που δυσχεραίνουν τα άτομα με αναπηρίες να προβαίνουν σε δικαιοπραξίες λόγω αναπηρίας (δηλαδή το να μπορούν να ψηφίσουν, να ασκήσουν δημόσιο λειτούργημα, να είναι ένορκοι σε δικαστήριο, να συναινούν ελεύθερα ή να αρνούνται νοσηλεία ή θεραπεία, να κληρονομούν περιουσία και να κατέχουν ιδιοκτησία, να συνάπτουν γάμο και να ανατρέφουν παιδιά, είναι δικαιώματα που διασφαλίζονται από την CRPD και που σχετίζονται με την δικαιοπρακτική ικανότητα). Επιπλέον, η υπογραφή του ατόμου με αναπηρία πρέπει να τυγχάνει ίσης αναγνώρισης με την υπογραφή των άλλων.

Nα τροποποιήσουν τα περί ποινικής ευθύνης των ατόμων με νοητικές και/ή ψυχοκοινωνικές δυσκολίες καθώς και το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης που τα αφορά. Τα άτομα με ψυχοκοινωνικά προβλήματα έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα σε ίση βάση με τους άλλους και πρέπει να αντιμετωπίζονται  σε ίση βάση με τους άλλους τόσο σε αστικές όσο και σε ποινικές και άλλες υποθέσεις ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ όμως της απαραίτητης υποστήριξης και των εύλογων προσαρμογών που εγγυώνται πρόσβαση στη δικαιοσύνη και όρους τιμωρίας με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.  Επιπλέον, θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι τα άτομα αυτά θα μπορούν και να συμμετέχουν  στις δικαστικές υποθέσεις που τα αφορούν ΚΑΙ να έχουν δικαίωμα σε νομικό εκπρόσωπο.

Nα ενθαρρύνουν την ενεργή εμπλοκή και συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες και των οργανώσεων που εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους (κυρίως των συλλόγων αυτοεκπροσώπησης) στις διαδικασίες νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που αφορούν στην δικαιοπρακτική ικανότητα και στην ανάπτυξη εναλλακτικών που προωθούν την υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων.

Nα προβούν στη δημιουργία νομικών δεσμεύσεων για τις κρατικέ, τοπικές και αστυνομικές αρχές, το δικαστικό σώμα, τους παρόχους υπηρεσιών υγείας, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τους ασφαλιστικούς φορείς και εταιρίες καθώς και άλλους παρόχους υπηρεσιών να παρέχουν εύλογες προσαρμογές στα ΑμεΑ που επιθυμούν να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες τους. Στις εύλογες προσαρμογές περιλαμβάνεται και η παροχή πληροφοριών σε απλή και κατανοητή γλώσσα και η αποδοχή ενός υποστηρικτή που μεταφέρει τη βούληση του ΑμεΑ.

Nα οργανώνουν και να υποστηρίζουν δράσεις εκπαίδευσης της κοινότητας, των παρόχων υπηρεσιών και των επαγγελματιών υγείας ότι τα ΑμεΑ έχουν ίση αναγνώριση ενώπιον του νόμου

Nα προβούν στη δημιουργία αποτελεσματικών μηχανισμών εποπτείας ώστε να διασφαλισθεί η ευημερία των ΑμεΑ που χρειάζονται υποστήριξη για τη λήψη αποφάσεων

Ένας καλός τρόπος έναρξης εξεύρεσης τρόπων διαμόρφωσης ενός νέου ελληνικού συστήματος είναι μέσα από έναν ανοιχτό διάλογο με τα ίδια τα άτομα με αναπηρίες και τις αντιπροσωπευτικές τους οργανώσεις για τη διαπίστωση των αναγκών «από πρώτο χέρι».

Scroll to Top